Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Το Σάββατο του Ρουσαλιού.

Αναδημοσίευση Μαρία Αγγελοπούλου

Όλα τα Σάββατα να παν, να παν και να γυρίσουν

Το Σάββατο του Ρουσαλιού να πάει, να μην γυρίσει…
Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής λέγεται και του Ρουσαλιού,. Είναι η ημέρα, που σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, οι ψυχές επιστρέφουν στον Κάτω Κόσμο, αφού κατά τη διάρκεια της πασχαλινής περιόδου κυκλοφορούσαν ελεύθερα πάνω στη γη. Τη θλίψη των ψυχών, αλλά και των οικείων τους, εκφράζει το παραπάνω δίστιχο …
Η λαϊκή παράδοση, αλλά και οι θρύλοι, αναφέρουν σε σχέση με τα χρυσά κόλυββα ότι ο Χριστός το βράδυ της Αναστάσεως δίνει στις ψυχές την ελευθερία να «σεργιανίσουν» στη γη.
Ωστόσο, το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής η ελευθερία τους τελειώνει και οι ψυχές πρέπει να επιστρέψουν στις θέσεις τους στον ουρανό και μάλιστα χορτάτες!
Οι συγγενείς την παραμονή του Σαββάτου, δηλαδή το πρωί της Παρασκευής, φτιάχνουν τα κόλλυβα τα οποία πηγαίνουν στην εκκλησία το απόγευμα να τα διαβάσει ο ιερέας, ώστε οι ψυχές των νεκρών τους να «φάνε» και να επιστρέψουν στον ουρανό χορτασμένες από το συχώριο που θα τους δίνει ο κόσμος («Θεός σχωρές τον») στο μοίρασμα.
Εκείνη τη στιγμή, οι ψυχές έχουν συγκεντρωθεί και η μια ρωτάει την άλλη: «εσύ έχεις κόλλυβο να φας;». Όποια ψυχή δεν έχει κόλλυβο, είτε γιατί την ξέχασαν οι συγγενείς, είτε γιατί δεν έχει κανέναν να την θυμηθεί, οι άλλες ψυχές της δίνουν να «φάει» από το δικό τους για να μην επιστρέψει «ξερή» όπως λένε σε κάποια μέρη της Ελλάδας, δηλαδή πεινασμένη.
Η λαϊκή παράδοση που θέλει η μια ψυχή μοιράζεται το κόλλυβο της με την άλλη, έχει τη βάση της στη γενική σημασία που δίνει η Εκκλησία σχετικά με τα κόλλυβα της Πεντηκοστής όπου μνημονεύονται όλοι οι νεκροί, οι οποίοι για διάφορους λόγους δεν είχαν την ευκαιρία να τύχουν της ωφελείας των μνημοσύνων..... ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ..

Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολιάστε

Η λήθη
Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε

την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο* ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος* το νεράκι θα μαυρίσει,
α στάξει γι' αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδι' απ' ασφοδίλι*,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι*,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
θέλουν – μα δε βολεί* να λησμονήσουν.

Λ. Μαβίλης, Τα ποιήματα,

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Ανάθεμα τα γηρατειά


Πήρε την καρεκλίτσα του,
στον ήλιο να καθίσει,
στο νου του έρχονται πολλά,
θέλει να λησμονήσει.
Μονάχος του απόμεινε,
μια γάτα η συντροφιά του,
στα πόδια του χαϊδεύεται,
δεν φεύγει από κοντά του.
Αν τα παιδιά του έρχονται
τι κάνει για να δούνε,
μετά από λίγο αμήχανα
δεν έχουν τι να πούνε.
Ανάθεμα τα γηρατειά,
κανείς δεν τ' αποφεύγει,
τις μέρες του τώρα μετρά,
ο γέρος, για να φεύγει.
ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ
(Ζώνη Αρκαδίας, 10/5/2018).
["I Vecchio e il gatto", painting by Gianni Strino.]

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Το αστείο...Χααα...Χααα...

Με το καλό, με το μαλακό την πάμε την συγγένισσα μας, την Ενωμένη. Ευρώπη, την δικιά μας  και με τα χαϊδέματα, τα καλοπιάσματα την θεία Αγγέλλω. 
Μα αυτή τίποτα…
Μας κάνει η θεία Αγγέλλω, την ζόρικη,
στο ίσιο δρόμο δεν πάει.
Κολλάει  όλο στην κόλαρη στο πλάι.
Σε αυλακιά δεν σιάζει, δεν πέφτει.
Τότε την πήραμε και λίγο, λίγο με το άγριο,
της δείξαμε και το  πιστόλι.
Για να φοβηθούνε όλοι

Αυτή  με μας γελάει, και μας λέει:
Χααα..Χααα..., 

Αυτό μοιάζει με κωλοστρόκι
που παίζουν τα παιδιά, στις μπούλες, τις απόκριες.
Μα και αληθινό να είναι, είναι άδειο!...
Και πως να είναι γιομάτο;…
Θα είναι;.. Με τι;…
Με  τις δικές μας, τις δανεικές τις σφαίρες;…
Που σας δώσαμε;...
Από αυτές!...  Καμία δεν υπάρχει…
Δεν τις έχετε!...
Μα, τόσο μυαλό είχατε και έχετε…
Μας παραγγέλνει, και μας λέει:

Ούτε και από αυτές, που προσφάτως σας δανείσαμε, δεν έχετε, δεν φυλάξατε, δεν κρατήσατε, ούτε την μία.
Για την κακιά την ώρα!...
Ποιος σας δανείζει τώρα;;;

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Έλα και πάλι στη Γή

Ιδέες, αξίες, φθαρήκαν στο χρόνο,
ο πόνος αντάμωσε, τον άνθρωπο μόνο.
Χωρίς ιδανικά και πίστη στο Θεό,
μακριά απ' τη σωτηρία και τον λυτρωμό.
Χριστέ μας, κατέβα και πάλι στη Γη,
το Χέρι άπλωσέ μας, γεμάτο στοργή.
Στη Φάτνη μια νύχτα να γεννηθείς,
ο Πρόδρομος πάντα μιας νέας αρχής.
Κοντά Σου οι ανθρώποι, να Σε ακούνε,
να τους Διδάσκεις, να Σου μιλούνε,
να Σε κρατάνε σφιχτά απ' το χέρι,
αχ, ν' ανατείλει και πάλι τ' Αστέρι...
Όχι Πιλάτος, Καϊάφας και Άννας,
ούτε πορεία στο Γολγοθά,
να πάψει να κλαίει η Άγια Σου η Μάνα,
τα δάκρυα να γίνουν Αγάπης φιλιά.
Ούτε Ιούδας, ούτε και όχλος,
στρατιώτες, χλαμύδα, στεφάνι φριχτό.
Μόνο ένας Ύμνος ο κόσμος όλος,
σε Σένα που Πόνεσες πολύ στο Σταυρό!
Έλα και πάλι, Χριστέ μας, στη Γη,
το βλέμμα Σου ρίξε, όλο στοργή.
Κι αν Σε πικράναν ανθρώποι κακοί,
τα χρόνια αλλάξαν και οι καιροί.
Πεθάναν οι Ιούδες κι οι Γραμματείς
κι όσοι επιζούνε, θέλουν να ΄ρθεις.
ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ
(ποίημα γραμμένο στην Ηλιούπολη, πριν 30 περίπου χρόνια).
["ECE HOMO", painting by ANTONIO CISERI.]


Δείτε περισσότερες αντιδράσεις

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Τραπεζιτικές θύμισες12345

Παλαιότερος συνάδελφος ο Κώστας, καλώς υπάλληλος, έξυπνος με αναπτυγμένες, κοινωνικές τις δημόσιες σχέσεις.
Ανέβηκε σύντομα την ιεραρχία της τράπεζας και έγινε διευθυντής μεγάλων καταστημάτων.
Μικρός υπάλληλος ο Γιάννης, ξεκίνησε στην τράπεζα από νυχτοφύλακας στο δεύτερο υπόγειο της τράπεζας.
Τι φύλαγε;
Φύλαγε την νύχτα τα αρχεία, τα παραστατικά των εγγράφων των τραπεζικών συναλλαγών, μη πάθουν καμιά απρόβλεπτη ζημιά, φωτιά, βραχυκύκλωμα ρεύματος, πλημμύρα, απρόβλεπτη καταστροφή .Φύλαγε τα καλά τριπλοαμπαρωμένα θησαυροφυλάκια της τράπεζας, εκεί όπου φυλάσσονταν όλα τα αξιόγραφα της τράπεζας, τα αποθεματικά, τα ταμιακά διαθέσιμα, τα χρυσά, τα κειμήλια και ότι είχε ιδιαίτερη αξία. Τις θυρίδες ιδιωτών που φυλάσσονται χρυσαφικά, ασημικά και ότι για κάθε ιδιώτη αποτελεί και έχει χρηματική, ή συναισθηματική αξία.
Εκεί στο δεύτερο υπόγειο που ο αέρας και το φως ήταν λίγος- λιγοστός, λειψός και περίσσιο το σκοτάδι, το ημίφως, και πληθώρα από κατσαρίδες, παρόλα τα μέτρα απολύμανσης που ελάμβανε η τράπεζα. Εκεί φύλαγε την νύχτα ξάγρυπνος ο Γιάννης και ανά μισή ώρα περνούσε από τα σημεία με το ωρολόγιο στο χέρι, εκεί στα σημεία που ήταν αριθμημένα τα κλειδιά και με το κλειδί κλείδωνε το ωρολόγιο και αυτό κατέγραφε την ώρα που πέρασα και έκανα έλεγχο, από το  κάθε σημείο και ότι ο χώρος ήταν σε απόλυτη ασφάλεια και τάξη.
Εκεί στο δεύτερο υπόγειο μου άρεσε, ήταν πολύ καλά για εμένα. Το χειμώνα είχε ικανοποιητική ζέστη και το καλοκαίρι ωραία δροσιά.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Κυριακή των Βαϊων

Ο χρήστης Γιάννης Βέργος κοινοποίησε τη δημοσίευση του χρήστηZacharoula Gaitanaki.
"Να βρει ξανά η χώρα μας την αξιοπρέπειά της,
στα ξένα να μην φεύγουνε, τα άξια παιδιά της."
"Να βρει ξανά η χώρα μας την αξιοπρέπειά της
Zacharoula Gaitanaki
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Σαν σήμερα υποδέχτηκαν, τον Ιησού με βάγια,
τη μέρα εορτάζουμε κι ας είμαστε "ναυάγια"!
Γιατί έτσι που κατάντησε, η δύστυχη πατρίδα,
το μέλλον μας διαγράφεται δίχως χαρά κι ελπίδα!
Προς τον δικό του Γολγοθά, καθένας μας βαδίζει
και μέσα στην ψυχούλα του, σ' Ανάσταση ελπίζει.
Να βρει ξανά η χώρα μας την αξιοπρέπειά της,
στα ξένα να μην φεύγουνε, τα άξια παιδιά της.
Μα ως εκείνη τη στιγμή, δεν έχει ο δρόμος βάγια,
μόνο ολούθε συναντώ, ανθρώπινα ναυάγια...
Όσο κι αν είναι οι στίχοι μου, "σκληροί" και λυπημένοι,
να ξέρετε η καρδούλα μου πως τη Λαμπρή προσμένει!
ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ
(Ζώνη Αρκαδίας, 1/4/2018).

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Άμα θέλει ο Θεός!..

Τι να είναι και τούτο, μετά από τόσα χρόνια;...
Μου σκουντάνε, με τσιγκλάνε, με κάτι το μυαλό, σαν με την βουκέντρα και σαν να μου ξυπνάνε τις μνήμες..... 
Τότε και μένα η συχωρεμένη η μάνα μου με έστειλε στα έντεκα μου να βοσκήσουν, δύο γίδες και ένα μουλάρι.
Ήταν τέλος του Μάρτη,αρχάς του Απρίλη...
Που λέτε, πως με έστειλε;…
Στα αμπέλια.... στη σκάλα...
Στο κίνδυνο τον μεγάλο...
Πήγα αμόλησα τις γίδες στο πλάι να βοσκήσουν και όλη την ώρα εγώ ήμουνα καβάλα στο μουλάρι.
Εκείνο έβοσκε και εγώ έπαιζα,καβαλαρία και άλλη έγνοια από το παιγνίδι, δεν είχα καμία...

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Τα τότε... τα παλιά... τα ωραία!...


Γάμος μεγάλος, γλέντι τρικούβερτο έγινε στο χωριό.
Τσαχπίνης, ζωηρός ήταν ο γαμπρός, πανέμορφη, ανθηρή ήταν η νύφη.
Όμως, η νύφη, η τσουπίτσα (1) ήταν ορφανή και από μάνα και από πατέρα.
Ήταν και η φτώχεια στο σπιτικό της μεγάλη. Είχε όμως και μια στρίγκλα, κακιά μητριά, που τέτοια, δεν υπήρχε στον κόσμο άλλη...
Η τσούπα είχε περίσσια λεβεντιά και χάρη, καλόγνωμη ψυχή, καρδιά μεγάλη!...
Που τη θαυμάζανε όλοι, οι άλλοι...
Ήταν που της άξιζε, της έπρεπε για να μπει σε σπίτι, σε κονάκι, καλόγνωμο, γνωστικό, προκοπή για νάχει...
Όλοι οι συγγενείς της την είχανε, για του σογιού καμάρι, σε ομορφιά, φιλότιμο, αξιοσύνη, περπατησιά είχε με χάρη....
Μα πιότερο την αγάπαγαν οι συγγενείς από της μάνας της το σόι...
Της άξιζε η αγάπη τους, ήταν η τσούπα γλυκομίλητη, καλόγνωμη. με καλοσύνη.
Το όχι ποτέ τα χείλη δεν έλεγαν, ήταν πάντα πρόθυμη, είχε επάνω της το κάτι...
Ήταν με προκοπή γεμάτη!...

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Της ξενητειάς η ντρίτσα

Δύο ξαδέρφια ήσαν σε μια γειτονιά στο χωριό, καλά, όμορφα, έξυπνα και αγαπημένα, ο Παρασκευάς και ο Λάμπης. 
Μαζί μεγαλώσανε και τα δυο, τρώγοντας με το ένα το ξύλινο κουτάλι, όπως οι περισσότεροι τότε στο χωριό,  στη ίδια σουπιέρα,στο ίδιο το σαγάνι, τα λάχανα, τον τραχανά, την βραστογαλιά, τις φακές, την φασολάδα, τα ρεβίθια.
Και οι κουταλιές ήσαν ίσιες- ίσιες και δίκαιες, όπως λέγανε και τις μετράγανε, μία σου και μία μου, όπως έπρεπε, για να μη γίνει αδικία, να μη ρίξει, ο ένας, τον άλλον….
Μαζί πηγαίνανε στο σχολειό στην ίδια τάξη, στην ίδια φυλλάδα διαβάζανε τα γράμματα να μάθουν. Δεν είχανε φυλλάδα, δεν είχανε τα έχοντα, να αγοράσουν οι δυό τους, δύο φυλλάδες, είχαν περίσσια φτώχεια, αντάμα και στα παιχνίδια. 


Μαζί φτιάγνανε από το μέλεγο τις  καλές τις σφεντόνες τους και σκοτώνανε τα πουλιά. Όμως  με την δεξιοτεχνία τους  αυτή ήσαν άριστοι  και στο σημάδι. Και με τις σφεντόνες  τους στραβώνανε όλες τις  γάτες, όταν  σουρούπωνε, κοντά το  βράδυ, βράδυ  που τα ματάκια τους στις γάτες λαμπύριζαν και τους ήτανε  για το καλό σημάδι.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Το τέλειο- η ανθρωπιά

Κάτι λείπει, κάτι λείπει......
Δεν είναι τέλειο!....
Κάτι λείπει από τον άνθρωπο από την κοινωνία από την ζωή...
Λείπει αυτό το κάτι...
Και η έλλειψης του, κάνει την κοινωνία των ανθρώπων, ζαβή, δυστυχισμένη.....
Τι να  λείπει; Τι;...
Τι είναι αυτό που εξ αιτίας του οι περισσότεροι άνθρωποι περπατάνε και είναι θλιμμένοι, πικραμένοι;.....
Δεν γελάει ποτέ τα χείλη τους, καθόλου δεν χαίρεται η καρδιά τους....
-Μήπως λείπει το ψωμί;
-Μήπως το νερό;
-Μήπως ο Ήλιος ο λαμπερός, τα άστρα  και το φεγγάρι;...
-Ή μήπως ο αέρας, της ζωής , και της αναπνοής η ανάγκη, το οξυγόνο;...